Το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο αποτελεί κυρίαρχο συστατικό της Μεσογειακής Διατροφής και τα οφέλη του στην υγεία μελετώνται τόσο στο πλαίσιο αυτό, όσο και ως μεμονωμένο τρόφιμο και το εντάσσουν πλέον στην κατηγορία προϊόντων με φαρμακοδιατροφική αξία (nutraceutical value). Περιέχει χημικές ενώσεις όπως τα φαινολικά, που ενισχύουν τις υγειοπροστατευτικές ιδιότητές του, ενώ ήδη η EFSA (European Food Safety Authority) έχει εκδώσει τέσσερις ισχυρισμούς υγείας που το αφορούν (432/2012 ΕΕ). Βάσει της νομοθεσίας, το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο εξάγεται από τον καρπό της ελιάς με φυσικό τρόπο και χρησιμοποιώντας μόνο μηχανικά μέσα. Για να κατηγοριοποιηθεί ένα ελαιόλαδο ως «Εξαιρετικό Παρθένο» (Extra Virgin Olive Oil, EVOO), πρέπει να βρίσκεται εντός θεσμοθετημένων ορίων για μια σειρά χημικών παραμέτρων, αλλά και οργανοληπτικών χαρακτηριστικών (Οδηγία 2022/2104 της Ε.Ε.). Τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά ενός ελαιόλαδου είναι αυτά τα οποία πρωτίστως αξιολογούνται από τους καταναλωτές. Τα κριτήρια αξιολόγησης των διαφορετικών καταναλωτικών ομάδων διαφοροποιούνται βάσει της εμπειρίας, των γευσιγνωστικών επιλογών, του πολιτισμικού υποβάθρου αλλά και γνώσεων και επιλογών υγείας και διατροφής. Η μερίδα του καταναλωτικού κοινού που προτιμάει το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, ειδικά ωμό, ολοένα και αυξάνεται, ενώ ταυτόχρονα πρόκειται για ένα ενημερωμένο κοινό που συνειδητά χρησιμοποιεί εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο στη διατροφή του. Επομένως, απαιτεί ποιοτικό και σταθερό προϊόν, ώστε να αποκτήσει αξιοπιστία για την εταιρία/χώρα που το παραγάγει.
Το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο είναι το τρίτο σε σειρά κατάταξης εξαγωγικό προϊόν της Ελλάδας με 159.000 τόνους (χύδην), εκ των οποίων 97.000 προς την Ιταλία και 9.000 προς την Ισπανία για το 2022. Όσον αφορά την παραγωγή στην Ευρώπη το 2022, η Ελλάδα κατατάχθηκε 2η ελαιοπαραγωγός χώρα με 350.000 τόνους, ξεπερνώντας την Ιταλία (235.000 τόνους). Όσον αφορά την Παγκόσμια κατάταξη, βρέθηκε στην 3η σειρά μετά την Τουρκία (380.000 τόνους). Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν τόσο την οικονομική, όσο και την ποιοτική σημασία που έχει το ελαιόλαδο για τη χώρα.
Για να κατηγοριοποιηθεί ένα ελαιόλαδο ως «Εξαιρετικό Παρθένο» (Extra Virgin Olive Oil, EVOO), πρέπει να βρίσκεται εντός θεσμοθετημένων ορίων για μια σειρά χημικών παραμέτρων, αλλά και οργανοληπτικών χαρακτηριστικών (Οδηγία 2022/2104 της Ε.Ε.). Η διαδικασία παρακολούθησης των χαρακτηριστικών αυτών καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής (μέχρι την αναγραφόμενη ημερομηνία λήξης του τυποποιημένου προϊόντος), ιδιαίτερα όσων αναφέρονται ως κριτήρια ποιότητας και γνησιότητας πρέπει να είναι ταχύτατη, αξιόπιστη και σύμφωνη με τις επίσημες μεθόδους αναφοράς.
Η δημιουργία τυποποιημένων ελαιόλαδων εντός των ορίων των χημικών παραμέτρων συνήθως πραγματοποιείται με ανάμειξη ελαιόλαδων διαφορετικής προέλευσης και διαφορετικών χημικών χαρακτηριστικών και θεωρείται κάτι σχετικά απλό αφού όλες οι παράμετροι υπόκεινται στο σταθμισμένο μέσο όρο. Στην πραγματικότητα, για μια βιομηχανία που επιθυμεί ένα αξιόπιστο προϊόν στην αγορά, αυτό δεν ισχύει, διότι η κάθε παρτίδα εξαιρετικού παρθένου ελαιόλαδου που παράγεται είναι ένα πολύπλοκο μείγμα πολλών συστατικών που επηρεάζουν όχι μόνο τη γεύση και το άρωμα, αλλά και την απορρόφηση υγειοπροστατευτικών συστατικών και τη διάρκεια ζωής του. Επομένως, για να μπορέσει να διαφοροποιηθεί μία εταιρία και τα προϊόντα της να επιλέγονται από τους καταναλωτές για τα σταθερά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά τους και την εγγυημένη διάρκεια ζωής, απαιτείται εξειδικευμένο προσωπικό, μεγάλο κόστος, και πολλές μεμονωμένες και χρονοβόρες αναλύσεις, με μεγάλο ποσοστό αβεβαιότητας.
Ταυτόχρονα, η σταδιακή απόκλιση των επιμέρους χημικών παραμέτρων από τα θεσμοθετημένα όρια, τόσο κατά την αποθήκευση, τη μεταφορά, όσο και στο ράφι, έχουν μελετηθεί αρκετά και κατά συνέπεια θα μπορούσε να προβλεφθεί, με σχετική ασφάλεια, ο χρόνος ζωής του προϊόντος, ανάλογα με τις συνθήκες. Οι χημικές παράμετροι υπολογίζονται με τις μεθόδους που υποδεικνύει το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας, ΔΣΕ (International Olive Council, IOC), πολλές εκ των οποίων είναι χρονοβόρες και με μεγάλο κόστος (οικονομικό, περιβαλλοντικό, κ.λπ.). Η βιομηχανία τυποποίησης χρειάζεται γρήγορες, απλές, με μεγάλη ευαισθησία και εκλεκτικότητα, μεθόδους ανάλυσης, όπως είναι οι φασματοσκοπικές μέθοδοι, πχ. φασματοσκοπία απορρόφησης στο υπεριώδες (UV), ορατό (Vis), εγγύς υπέρυθρο (NIR) ή μέσο-υπέρυθρο (MIR) φως σε συνδυασμό με κατάλληλες χημειομετρικές μεθόδους και μεθόδους στατιστικής ανάλυσης που ήδη έχουν χρησιμοποιηθεί για τη μη καταστροφική, ταχεία και σε πραγματικό χρόνο (off/on-line) παρακολούθηση της ποιότητας και γνησιότητας του ελαιόλαδου. Συγχρόνως, μπορούν να συνδυαστούν με τεχνικές, όπως ο Πυρηνικός Μαγνητικός Συντονισμός (NMR) για την ταχύτερη και χαμηλού κόστους, ευρεία σε πληροφορία ανάλυση, χωρίς την ανάγκη προετοιμασίας δείγματος με χρήση διαλυτών εκχύλισης.
Επιπλέον, τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, αν και έχουν χημική βάση, δεν αξιολογούνται με τα συνήθη χημικά αναλυτικά συστήματα, αλλά αναγνωρίζονται και ποσοτικοποιούνται από πιστοποιημένες ομάδες γευσιγνωσίας, συνήθως αναγνωρισμένες από το ΔΣΕ. Τα χαρακτηριστικά αυτά σχετίζονται με τις συνήθεις χημικές παραμέτρους του ελαιόλαδου και κυρίως σε έναν πολύ μεγάλο αριθμό, συχνά πτητικών, χημικών ενώσεων και δευτερογενών μεταβολιτών, που ανιχνεύονται σε πολύ μικρές συγκεντρώσεις. Η ένταση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών καθορίζεται, όχι μόνο από την ταυτότητα των χημικών ενώσεων, αλλά και κυρίως από τη μεταξύ τους αναλογία. Ταυτόχρονα, η ένταση της αντίληψης των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών δεν υπόκειται σε γραμμική συσχέτιση με τις συγκεντρώσεις των χημικών ενώσεων που τις προκαλούν και κυρίως, στην περίπτωση των μιγμάτων, δεν ισχύει ο σταθμισμένος μέσος όρος. Συνεπώς, απαιτείται «χαρτογράφηση» όλων των χημικών ουσιών και των παραγώγων τους, που επηρεάζουν τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, ώστε να προκύψουν προϊόντα σταθερά σε γεύση και άρωμα και με ασφαλή πρόβλεψη της διάρκειας ζωής τους.